Τι σημαίνει «εκκλησία» σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη;
Καινή Διαθήκη λέγεται το σύνολο των θεόπνευστων κειμένων που αποτελούν τις διδασκαλίες των αποστόλων του Ιησού Χριστού και τις «παραδόσεις» τους προς εμάς, δηλαδή όλα αυτά που μας παρέδωσαν. Είναι ο αποκλειστικός οδηγός μας σε κάθε θέμα χριστιανικής πίστης και ζωής, και αποτελεί το μέτρο που προσδιορίζει και μετρά κάθε τι που θεωρούμε χριστιανικό.
Εκεί λοιπόν βλέπουμε τον όρο «εκκλησία» να έχει δύο πλευρές, τη γενική και την τοπική. Με τη γενική έννοια θα ασχοληθούμε σε άλλο άρθρο. Με την τοπική της όμως έννοια, η εκκλησία δεν ήταν κάποιο κτήριο ούτε κάποια οργάνωση. Ήταν η απλή κοινότητα των πιστών, η συντροφιά των μαθητών του Ιησού Χριστού στην εκάστοτε πόλη. Χωρίς κάποιο επίσημο όνομα ή κάποια νομική υπόσταση, ήταν το σύνολο των ανθρώπων εκείνων που είχαν κοινά μεταξύ τους μια εμπειρία πνευματικής συνάντησης με τον αναστημένο Ιησού Χριστό και μια μεταστροφή της ζωής τους στον καινούργιο δρόμο που ο Χριστός τους έδειχνε. Μαζεύονταν συχνά, είτε όλοι μαζί (αν ήταν εφικτό και αναγκαίο) είτε μοιρασμένοι σε διάφορα σπίτια (ανάλογα με τον συνολικό τους αριθμό) για να διδαχτούν από τους αποστόλους και τους παλιότερους αδερφούς, να συμμεριστούν μεταξύ τους τη χαρά και τις εμπειρίες τους, να θυμηθούν το πρόσωπο και το έργο του Κυρίου με το ψωμί και το κρασί, και να προσευχηθούν. Ένα βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι στέκονταν μαζί "ομοθυμαδόν", με μια ψυχή, σαν ένα σώμα (βλέπε Πράξεις 2:42).
Αν η Καινή Διαθήκη έχει την αποκλειστικότητα τι ρόλο έχει η «Ιερά Παράδοση»;
Το μήνυμα του Θεού για τον άνθρωπο είναι το περιεχόμενο του βιβλίου της Καινής Διαθήκης. Είναι επίσης γνωστό σαν Ευαγγέλιο, που σημαίνει "Καλή είδηση". Γράφηκε στην απλή γλώσσα της εποχής εκείνης ώστε να το καταλαβαίνει απευθείας ο κάθε άνθρωπος που εκζητά τον Θεό. Περιλαμβάνει όλα αυτά που οι απόστολοι παρέδωσαν στους πιστούς και ολοκληρώνεται με το «σφράγισμά» του από τον Θεό, με την εντολή «κανείς να μην αφαιρέσει και κανείς να μην προσθέσει» πλέον σ' αυτό (Αποκ. 22:18-19). Παρόλο που πολλά κείμενα της λεγόμενης χριστιανικής παράδοσης είναι αξιόλογα σαν ερμηνευτικά σχόλια της Αγίας Γραφής, καμιά παράδοση και κανένα έργο ανθρώπων δεν μπορεί να μεταβάλλει το περιεχόμενο και τη θεία εξουσία του Ευαγγελίου. Οποιαδήποτε προσθήκη ή μεταβολή σε αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό, ένα νόθο «ευαγγέλιο». Εμείς θα πρέπει να είμαστε πιστοί στα λόγια του Θεού μάλλον παρά στις παραδόσεις και τις αντιλήψεις των ανθρώπων, ακόμα κι αν μεγαλώσαμε με αυτές, και αποτελούν κομμάτι της κοινωνίας που ζούμε.
Σημείωση: Το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης είναι το σύνολο των κειμένων που είχαν καταγραφεί με την έμπνευση και πρόνοια του Θεού πριν τον ερχομό του Χριστού. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη μαζί αποτελούν τη Βίβλο, τον γραπτό Λόγο του Θεού. Τα λόγια της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατανοητά μόνο στο φως του Ευαγγελίου της Καινής Διαθήκης.
Ποιος είναι ο ρόλος των επίσημων Εκκλησιών; Αποτελούν παραδόσεις ανθρώπων;
Η Καινή Διαθήκη δεν φαίνεται να αναγνωρίζει καμιά άλλη πνευματική οντότητα πάνω στη γη παρά (α) τα άτομα εκείνα που πίστεψαν στο Ευαγγέλιο και έγιναν μαθητές του Ιησού, και (β) τη συλλογική παρουσία τους σαν κοινότητα σε κάθε τόπο, που την ονομάζει εκκλησία της πόλης αυτής, και η οποία αποτελεί μια χρυσή λυχνία στην πνευματική σφαίρα πραγμάτων (Αποκ. 1:11-12). Οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτά, κάθε οργάνωση, κίνηση, ή κατονομασία, δεν αναγνωρίζεται στα ουράνια. Μπορεί να είναι μια φιλότιμη προσπάθεια χριστιανών, κάτι που απλώνεται μέσα σε πολλούς αιώνες, ή κάτι στο οποίο πολλοί αληθινοί πιστοί του Χριστού θεωρούν ότι ανήκουν. Μπορεί στα μάτια των ανθρώπων να είναι κάτι μεγάλο ή σπουδαίο, στην ουράνια όμως πραγματικότητα δεν αναγνωρίζεται. Δεν υπάρχει κάποιο ουράνιο «βιβλίο», δεν υπάρχει κάποιο «μητρώο» του Θεού που καταγράφει κάποια «Ορθόδοξη Εκκλησία», κάποια «Καθολική Εκκλησία», κάποια «Προτεσταντική Εκκλησία», κάποια «Εκκλησία Πεντηκοστής», κάποια «Ευαγγελική Εκκλησία» κλπ. Ο Θεός οπωσδήποτε γνωρίζει όλους τους δικούς Του που μπορεί να κρύβονται κάτω από τέτοιες ταμπέλες, αλλά θλίβεται με όλα αυτά τα ανθρώπινα κατασκευάσματα που είναι αντίθετα με το θέλημά Του.
Οι απόστολοι δεν άφησαν άλλους στη θέση τους; Δεν υπάρχει μια αποστολική διαδοχή μέχρι σήμερα μέσω των επισκόπων;
Η κλήση και το λειτούργημα των αποστόλων ήταν φαινόμενο μοναδικό και δεν επαναλαμβάνεται μέσα στην ιστορία. Οι απόστολοι και προφήτες αποτελούν το θεμέλιο που μπήκε μια για πάντα, στο οποίο ακρογωνιαίος Λίθος είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, και όπου οι πραγματικοί πιστοί συνοικοδομούνται πάνω σ' αυτό, αποτελώντας έναν πνευματικό ναό του Θεού.
Όσο οι απόστολοι ήταν εν ζωή, σε αρκετές περιπτώσεις διάλεξαν ή ξεχώρισαν κάποιους πιστούς σαν βοηθούς τους ή για να υπηρετούν τις τοπικές εκκλησίες. Αυτό με κανέναν τρόπο δεν αποτελούσε «μεταβίβαση» κάποιας αποστολικής εξουσίας ή διαδοχής, ούτε έβαζε τους ανθρώπους αυτούς σε κάποια άλλη ανώτερη κλάση χριστιανών. Η εξουσία των αποστόλων ήταν το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, και αυτό το Άγιο Πνεύμα είναι που μέσω πλέον του ολοκληρωμένου Λόγου του Θεού, με την προσευχή και με την ενότητα των πιστών «εν τω ονόματι» του Ιησού, κατευθύνει τους πιστούς και εκφράζεται μέσα από αυτούς σε όλη την μεταποστολική περίοδο.
Δεν ήταν οι σύνοδοι της επίσημης Εκκλησίας που όρισαν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και απέρριψαν τα ψευδεπίγραφα;
Αυτό είναι άλλος ένας μύθος, στην προσπάθεια να ανυψωθεί η παράδοση των ανθρώπων σε βάρος της αυτοτέλειας του γραπτού Λόγου του Θεού. Από την ολοκλήρωση της Καινής Διαθήκης μέχρι τη λεγόμενη «πρώτη οικουμενική σύνοδο» πέρασαν πάνω από διακόσια χρόνια. Ήταν στην περίοδο αυτή που, παράλληλα με τους διωγμούς, άνθισε και απλώθηκε το Ευαγγέλιο. Κι όμως, όλο αυτό το διάστημα καμιά κρατική επιτροπή ή ανθρώπινη προσπάθεια δεν είχε κατασκευάσει κάποια λίστα για να κατονομάσει τα θεόπνευστα γραπτά. Οι αληθινοί χριστιανοί ήξεραν και ξεχώριζαν στην καρδιά τους τα αληθινά από τα ψεύτικα, χωρίς να τους τα υποδείξει κάποια «σύνοδος».
Ο Λόγος του Θεού βεβαιώνει τον κάθε αληθινό πιστό: «Το χρίσμα που λάβατε από Αυτόν μένει μέσα σας και δεν έχετε ανάγκη να σας διδάσκει κάποιος. Αλλά καθώς το χρίσμα του σας διδάσκει για όλα, και ότι σας διδάσκει είναι αληθινό και δεν είναι ψέμα, έτσι καθώς σας δίδαξε, να μένετε σ' Αυτόν» (Α' Ιωάννη 2:27). Και επίσης: «Τα πρόβατα τα δικά μου ακούνε τη φωνή μου, κι εγώ τα γνωρίζω και με ακολουθούν» (Ιωάν. 10:27).
Γίνεται μια εκκλησία να λειτουργεί χωρίς ιερέα; Ποιος θα εκτελεί τα θεία μυστήρια και τις τελετές;
Στην Καινή Διαθήκη και στη ζωή των εκκλησιών του πρώτου αιώνα αυτά δεν υπάρχουν. Ο Ιησούς είναι ο αρχιερέας και όλοι οι δικοί του ονομάζονται ιερείς. Δεν υπάρχει κανένα άλλο ειδικό ιερατικό λειτούργημα. Οι πρεσβύτεροι που περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη δεν αποτελούν κάποια ιδιαίτερη τάξη. Ήταν απλά οι παλιότεροι και ωριμότεροι πιστοί που υπηρετούσαν με αυτοθυσία τους νεώτερους και τους πιο αδύνατους. Τελετές και «θεία μυστήρια» ήταν άγνωστα στους πρώτους χριστιανούς. Αυτά εφευρέθηκαν και καθιερώθηκαν αιώνες αργότερα, όταν είχε πια επικρατήσει ένας διαστρεβλωμένος ψευδοχριστιανισμός, μια θρησκεία που συναρμολογήθηκε για να ικανοποιήσει τελικά τα συμφέροντα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Δεν πρέπει το κτίριο να είναι ειδικό και αφιερωμένο για να αποτελεί εκκλησιαστικό ναό; Τι γίνεται με τις ιερές εικόνες, τα σκεύη και τα σύμβολα;
Τους πρώτους αιώνες οι πιστοί μαζεύονταν σε σπίτια ή σε οποιοδήποτε βολικό χώρο. Δεν υπήρχαν ειδικά κτίρια για τις συναθροίσεις τους. Πολύ αργότερα, μετά από τη νόθευση και διαστρέβλωση του Ευαγγελίου και της χριστιανικής πρακτικής, δημιουργήθηκαν οι «χριστιανικοί» ναοί και ήταν η μετεξέλιξη των ειδωλολατρικών ναών, με τους οποίους οι άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι από πριν. Όταν η Αυτοκρατορία «συναρμολόγησε» τη νέα θρησκεία για να αντικαταστήσει την προηγούμενη και να δημιουργήσει μια καινούργια ταυτότητα στους πολίτες της, μετέτρεψε τους ναούς σε «χριστιανικούς» και εγκαθίδρυσε μια νέα ιερατική τάξη, τον «κλήρο». Με αυτά εξαπατήθηκαν πολλοί χριστιανοί, οι οποίοι έβλεπαν το τέλος των διωγμών σαν δικαίωση της αλήθειας του Ευαγγελίου.
Οι πρώτοι χριστιανοί δεν είχαν καμιά σχέση με εικόνες ή «ιερά» αντικείμενα, επειδή έμεναν πιστοί στα λόγια του Θεού, τα οποία χαρακτηρίζουν όλα αυτά σαν είδωλα. Δεν υπήρχαν ούτε ειδικά θρησκευτικά σκεύη εφόσον δεν υπήρχαν τελετές, ούτε και σύμβολα. Το σχήμα του ψαριού (ιχθύς) χρησιμοποιήθηκε μόνο για αναγνώριση σε περίοδο διωγμών και δεν είχε καμιά υπερφυσική έννοια. Το ίδιο και για το σύμβολο του σταυρού, το οποίο ήταν άγνωστο στους πρώτους χριστιανούς.
Επίλογος
Οπωσδήποτε δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε και να βγαίνουμε από «τα μάταια πατροπαράδοτα» και η ανθρώπινή μας φύση αντιστέκεται ύπουλα. Αλλά ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να δείξει το θέλημά Του σ' αυτούς που Τον εκζητούν. Και όντως, σε όλους τους αιώνες υπήρχαν εκείνοι που έβγαιναν από την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων, υπακούοντας στην προτροπή Του "Ας εξερχόμαστε λοιπόν προς Αυτόν έξω από το στρατόπεδο, φέροντας τον ονειδισμό του» (Εβρ. 13:13). Ο «ονειδισμός» αυτός του Χριστού, ο εξευτελισμός χάρη του ονόματός Του, μπορεί να ήταν το στίγμα του «αιρετικού», μπορεί να ήταν διωγμός ή συχνά και θάνατος. Είναι γεγονός ότι το «χριστιανικό» κατεστημένο δίωξε και θανάτωσε πολύ περισσότερους τέτοιους «αιρετικούς» από ότι οι ειδωλολάτρες αυτοκράτορες. Ο Ιησούς που τα προείπε αυτά μίλησε για ένα «μικρό ποίμνιο». Μπορεί να ήταν πάντα μια μειονότητα, διαχρονικά όμως καταλήγει να είναι «πλήθος πολύ, που να το αριθμήσει κανείς δεν μπορούσε, από κάθε έθνος και όλες τις φυλές και τους λαούς και τις γλώσσες..»
Αγαπητέ αναγνώστη, εκζήτησε τον Θεό με όλη σου την καρδιά και γνώρισε προσωπικά τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, μέσα από τον άγιο Λόγο Του, μέσα από το Ευαγγέλιο, βγαίνοντας έξω από αντιλήψεις, παραδόσεις, θρησκείες και οργανώσεις ανθρώπων. Μας καλεί προσωπικά να πάμε σε Εκείνον κατευθείαν. «Ελάτε σε εμένα και εγώ θα σας ξεκουράσω» και «Όποιος δεν παίρνει τον σταυρό του και ακολουθεί πίσω από εμένα, δεν είναι άξιος για μένα». Όχι πίσω από παραδόσεις ανθρώπων ή κάποιους ενδιάμεσους μεσάζοντες αλλά πίσω από Εκείνον, υπακούοντας στο δικό Του άγιο θέλημα, όπως θα το αποκαλύπτει στην καρδιά σου μέσα από τον γραπτό Λόγο Του.
Ετικέτες εκκλησία, Καινή Διαθήκη, χριστιανική απλότητα